14 Ιαν 2017

Μάρτης του '87

Κοντά 30 χρόνια, η 10.901 μέρες περάσανε από τότε που ξαναπερπάτησα αυτόν τον δρόμο. ΑηΓιάννη – Μούρεσι. Τότε, με πολύ Χιόνι! Και την ανάγκη να πιέζει. Τόσο πολύ Χιόνι, που το σημερινό δείχνει και είναι σχεδόν τίποτα. Μια ομορφιά τις πρώτες μέρες, πολύς ο μπελάς τις υπόλοιπες. Άκου:

2 Μαρτίου το 1987 Καθαρή Δευτέρα. Καλοκαίρι στο Βόλο. Γυαλί, βόλτα, τσίπουρα με τον μπατζανάκα, χαρταετό στις Αλυκές, χαχαμπούχα και άλλα τέτοια των αρραβωνιασμένων. Την άλλη μέρα, 

Τρίτη 3/3, ξεκίνησα με τον Γέρο, για το χωριό, για το κτήμα. Τσάκνα, φωτιές, υπόλοιπο κλάδεμα, και τέτοια. Σαν περάσαμε τα Χάνια, ψιλόβροχο, μούσγα και σύννεφο. Με μια φωνή ξαναείπαμε το χιλιοειπωμένο “άλλος θεός απ’ εδώ!” και σταθήκαμε στην Μακρυράχη. Γεμάτο το καφενείο. Κεραστήκαμε και κεράσαμε. Στον ΑηΓιάννη, η γνωστή παγωμένη υγρασία, στην ‘αίθουσα” το μεγαλούτσικο μακρύ δωμάτιο με την σόμπα τα 2 κρεβάτια και την τβ πάνω στην σιφινιέρα. Τα άλλα δωμάτια, το ίδιο και χειρότερα. Τα σεντόνια σαν βρεμένα. Ανάψαμε τις σόμπες φάγαμε οτι είχαμε από τον Βόλο και την πέσαμε.

Τετάρτη 4/3, ξύπνησα από την ησυχία. Επικρατεί μια ιδιαίτερη ησυχία, όταν χιονίζει. Μαθαίνεις και την αναγνωρίζεις με τα χρόνια. Κοιτάω και σιγουρεύω. Χιονίζει. Μπαμπακούλα. Φωτιές, καφέ και έξω. Σίγησα τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές. Τις πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, δεν σιγιότανε, τις άφησα να τα βγάλουν πέρα μόνες τους. Τέλειωσε το θέμα καφές, ο Γέρος χάραξε και μούλιασε γίγαντες, κουζίνα και “αίθουσα” πήρανε να ζεσταίνονται και βγήκα έξω και ξανασίγησα. Τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές. Τις πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, δεν σιγιότανε, τις άφησα να τα βγάλουν πέρα μόνες. Φάγαμε το φαί μας, ήπιαμε το κρασί μας, την πέσαμε. Σαν έσωσε η σιέστα, κοιτάω έξω, ένα γόνα το χιόνι. Πριν σουρουπώσει, αλλά μετά τον καφέ, βγήκα και ξανασίγησα. Τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές. Τις πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, δεν σιγιότανε, τις άφησα να τα βγάλουν πέρα μόνες. Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Πέμπτη 5/3 ξύπνημα από την Απόλυτη ησυχία. Και ένα Φως! Γενικό! Τεντώνοντας τ’ αφτί, έπιασα τον φλοίσβο και το τσικ της τσίχλας. Χιόνιζε. Φωτιές, καφέ και έξω. Αλλά δεν σίγησα τα φυτά. Δεν είχε νόημα. Ήταν πια μισοθαμένα. Ο Γέρος έβαλε ρεβίθια. Ρέγγα, ελιές, κρασί και ψωμί είχαμε. Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Κείνο τον καιρό, τι μ’ έπιασε και είχα μαζί μου βιβλίο Ταρό και τράπουλα! Μέχρι να τελειώσει το χιόνι έγινα εκσπέρ! Ειδήσεις. Ύπνο.

Παρασκευή 6/3, καρμπόν. Ξύπνημα από την Απόλυτη ησυχία. Και ένα Φως! Γενικό! Τεντώνοντας τ’ αφτί, άκουσα την θάλασσα φουσκωμένη. Και το τσίκ της τσίχλας. Η αυλή, επίπεδη, με μικρά εξογκώματα δώθε κείθε. Ο Γέρος έβαλε ρύζι στα ρεβίθια. Τα πάντρεψε. Εννοείτε καυτερά! Ρέγγα, ελιές, κρασί και ψωμί είχαμε Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Σάββατο 7/3 Ξύπνημα από την Κυρά Σοφία! Την γεροντοκόρη γειτόνισσα! Άκουγε την στέγη της να τρίζει και φοβήθηκε! Τα μάζεψε και ήρθε απ’ εδώ! Κοιμότανε μαζί με τον Γέρο δίπλα στην σόμπα όλες τις υπόλοιπες μέρες, μέχρι που φύγαμε. Τραχανάς με λουκάνικα. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Έξω χιόνιζε! Το χιόνι μέτρο. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Κυριακή 8/3 ο Γέρος ξεπάγωσε πατσαρίσια. Καθάρισε και ένα βουνό κρεμμύδια, Πατσαρίσια γιαχνί! Φούλ στο καυτερό. Έφτιαξε και λαδοπιταστή. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Η Κυρά Σοφία, δεν έφαγε από το καυτερό, είχε κάτι δικό της. Έξω χιόνιζε! Το χιόνι μέτρο και. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Δευτέρα 9/3. Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Φαΐ από χθες. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Η Κυρά Σοφία, δεν έφαγε από το καυτερό, έβρασε τραχανά, συν τυρί κατσικίσιο του τσοπάνη! Αλάτι φουλ, η πίεση αμέτρητη. Αλλά τι να κάνει που φοβότανε την στέγη από το σαράυ της. Χρόνια μετά ο Λάκης την επισκεύασε. Τηλέφωνο γιοκ. Το ρεύμα κόπηκε. Κόπηκαν και οι ειδήσεις. Εμφανίστηκε στο Ακρογιάλι ο Αρωνιάδας! Ο ωραίος ως Έλλην και ως τσολιάς στ’ ανάκτορα, με τα τσιγκελωτά μουστάκια! Ο μετέπειτα Οπάλιο και άλλα. Πανικόβλητος, οτι δεν άντεξε μόνος στο σπίτι εκεί πάνω, στου Αγαπητού κοντά, στο συγκρότημα Γιαμάκου. Και από κεί και μετά κοιμότανε στου Σουλδάτου. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ύπνο.

Τρίτη 10/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ήρθε ο Πάρνος από το θερμοκήπιο, στου Σουλδάτου (πρώτη χρονιά που άνοιξε το Ακρογιάλι και το κράτησε ανοιχτό το χειμώνα! ) και ζήτησε βοήθεια. Πήγα με τον Δημήτρη τον Στέλλο και κουβαλήσαμε επί ώμου, καμιά 50αριά τσουβάλια ελαιοπυρήνα που έκαιγε στον καυστήρα του θερμοκηπίου του. Μεγάλο θερμοκήπιο, γυάλινο. Πάνω από την Χανθ. Μας κέρασε. Μας ευχαρίστησε. Σώθηκε. Ο Γέρος πήρε να ζυμώσει. Η Κυρά Σοφία πήρε να μας κάνει πίτα. Κολοκυθόπιτα αλμυρή. Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Το χιόνι, χιόνι. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Τετάρτη 11/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Περπάτησα δίπλα στο κύμα, για την ευκολία μου, προς την Πλάκα. Ανέβηκα με κόπο, κολυμπώντας στο χιόνι ως την μέση, στο καλύβι του Μπάρμπα Αργύρη του Ζάχαρη. Να δω τι κάνει, τον είχα έννοια. Τον βρήκα να έχει στήσει πλακωτούρα, και να μαζεύει πουλιά. Μάδημα και στην φωτιά. Έκαιγε ολόκληρα κλωνάρια ελιά από τα κλαδέματα. Ήταν χλωρή και κάπνιζε. Σταγαδωμένο το καλύβι. Έτρωγε πουλιά και έπινε το γνωστό ξινό φραουλί. Έφαγα πουλιά, ήπια φραουλί και εγώ. Μια χαρά ήταν, τον ασπάστηκα και γύρισα πίσω. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Πέμπτη 12/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Αναταραχή στο Ακρογιάλι! Φέρανε από τον Κισσό ένα παιδί, τον Βασιλάκι τον Κασίδη, οτι είχε μεσογειακή και έπρεπε θυσία πάση να βάλει αίμα. Έβαζε κάθε 10 μέρες ξέρω γω. Ήρθανε 5-6 Κισσιώτες με κύκλα, το παιδί σε αυτοσχέδιο φορείο, και ο πατέρας, ο Άλκης. Στην αρχή ήτανε να ‘ρθει πλοίο πολεμικό, αλλά που να πιάσει. Η φουρτούνα μεγάλη. Κίνησε από τον Βόλο ένα άρμα του στρατού να τον πάρει. Όχι ρε αυτά με το κανόνι! Τα άλλα τα κουτιά, τα ΤΟΜΠ! Και είμαστε όλοι έξω μπροστά στα Μανινέικα και έρχεται το άρμα! Με φόρα! Οτι ο οδηγός τα είχε δει όλα, 60 χιλιόμετρα χιόνι κι ήτανε θολωμένος! Με το που μας βλέπει, τραβάει ένα γερό φρενάρισμα από την δεξιά ερπύστρια, φέρνει σφούρλα το άρμα, περνάει ξυστά απ’ την βάρκα του Τζοάνου, ο δόκιμος στον πύργο, εδώ να πέσει, εκεί να πέσει, στάθηκε με τα πολλά και το άρμα γύρισε κατά το Αιγαίον! Πέσανε τα χειροκροτήματα και τα ζήτω και τα κονιάκια στα φαντάρια, φορτώσαμε το παιδί, μπαίνει και ο πατέρας και δρόμο για το Μούρεσι και τον Βόλο! Να προκάνουμε.... μπήκαμε στον Ακρογυάλι για τα κονιάκια του ενθουσιασμού! Δεν πέρασαν 10 λεφτά, έρχεται ο φαντάρος. Το άρμα κόλλησε, στο κάμπιγκ! Οτι το χιόνι ήτανε δυό μέτρα! Να πάει κάποιος στο Μούρεσι να ειδοποιήσει, να κατέβει η μηχανή η μεγάλη που φέρανε από την Κατάρα και κόβει τώρα δα στο Μούρεσι! Οτι δεν πιάνει ο ασύρματος! Κίνησα και πήγαινα. Ήμουνα εκεί στου Ιατρίδη, κει που είναι ένα καλύβι με τούβλα, μεσ’ τον δρόμο, όταν άκουσα το άρμα να έρχεται. Είχε ξεκολλήσει. Ο Δόκιμος με χαιρέτισε στρατιωτικά. Του έκανα το σήμα της Νίκης! Μετά μάθαμε οτι το προλάβανε το παιδί, τον Βασιλάκι. Χρόνια μετά πέθανε, απ’την αρρώστια του. Μεσογειακή. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο. 

Παρασκευή 13/3 10 μέρες μέσα! Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω, έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Σάββατο 14/3 ακούσαμε οτι η μηχανή έφτασε στον Κατσαγκλά, και πάει για Μαυρούτσα! Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Κυριακή 15/3 πήρε και σταμάτησε. Ακούσαμε οτι πέρασε η μηχανή για Ανήλιο. Οι φωτιές καίγανε, Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω, έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Δευτέρα 16/3 πήρα και ξεχιόνισα το Τογιότα. Κατέβηκε ΑηΓιάννη μια μικρή μηχανή. Κάναμε ένα κομβόι 3-4 αυτοκίνητα. Τον Καραουλάνη θυμάμαι με το Lada τότε και σκοινιά στις ρόδες. Και τ’ αδέρφια από την Αρμονία, τους Νταλιάνηδες. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι. Εγώ είχα αλυσίδες. Η κυρά Σοφία, δεν θυμάμαι που πήγε. Εμείς κινήσαμε και σε μισή μέρα φτάσαμε Βόλο.

Κανα δυό μέρες μετά που ξάνοιξε ο καιρός, μάθαμε οτι πήγε ο Λεβέντης , ο πρόεδρος, με ελικόπτερο, και μοίρασε κονσέρβα και κρέας ευρωπαϊκό κατεψυγμένο. Πήδησε απ’ το ελικόπτερο πριν πιάσει άμμο, δεν τα υπολόγισε καλά, στραμπούλιξε το ποδάρι του. Μας κράτησε η κυρά Σοφία, από το ευρωπαϊκό και σαν γυρίσαμε το κάναμε λουκάνικα.

Γαρδένιες γιόκ, καμέλιες οκ! Άγριο πράμα, τι να πάθει. Η μπουκαμβίλια, το γιασεμί, κάηκαν πατόκορφα. Η νεραντζιά, οι μανταρινιές, οι λεμονιές καήκανε αλλά απολύσανε άγριο. Οι πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, τα βγάλαν πέρα μόνες τους. 

Καλά περάσαμε. :)

2 σχόλια:

  1. Το καλύτερο σου κείμενο Μίλτο. Με διαφορά...




    Δεν χόρταινω να το διαβάζω.

    Βάλε μπρός το βιβλίο "Ιστορίες για το τζάκι", και γρήγορα :)

    Βάζω ένα τσίπουρο και πίνω στην υγειά σου.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. νάσαι καλά! μια στις τόσες, τυχαίνει και βγαίνει καλούτσικο, όπως όντως αυτό εδώ! και πάλι ευχαριστώ!

      Διαγραφή